Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Τουρκία - Ερευνα σχετικά με τις διαφορετικές "ταυτότητες" στη χώρα


Το θέμα, το... «ψάχνουν» κι οι Εβραίοι !


Άγκυρα, Τουρκία 30/09/2009 15:13 (ΑΠΕ-ΜΠΕ του ανταποκριτή μας Α. Αμπατζή)

Τουρκία - Ερευνα σχετικά με τις διαφορετικές "ταυτότητες" στη χώρα

Ενδείξεις για αρνητική αντιμετώπιση των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων από την πλειοψηφία του τουρκικού λαού περιλαμβάνει έρευνα σχετικά με τις διαφορετικές "ταυτότητες" στην Τουρκία που πραγματοποίησε σε όλη τη χώρα το "ίδρυμα εβραϊκής ραββινείας" τής περιοχής Πέρα στην Κωνσταντινούπολη.

Η έρευνα έγινε με βάση δείγμα 1.108 ατόμων.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν στην ερώτηση για τον αυτοπροσδιορισμό έχουν ως εξής: πολίτης της Τουρκίας 51%, μουσουλμάνος 19%, Τούρκος 19%, Κούρδος 2%, αλεβής 2%.
Οι όροι Ελληνας, εβραίος, Αρμένιος αφορούν τις μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Τουρκία, δηλαδή πολίτες της Τουρκίας.

Η εικόνα που προκύπτει από τις απαντήσεις στην ερώτηση "ποιοι από τους παρακάτω υπάρχουν στο περιβάλλον σας", είναι η εξής: Κούρδοι 64%, αλεβίδες 53%, άθεοι 14%, Αρμένιοι 10%, Ελληνες 8%, εβραίοι 7%.

Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία δεν γνωρίζει τίποτα για τους διαφορετικούς. Οι Τούρκοι δεν έχουν γνώσεις για εβραίους (76%), Ελληνες (74%), Αρμένιους (74%), άθεους (73%), αλεβίδες (40%), Κούρδους (30%).

Παρ' όλα αυτά, όμως, οι ερωτηθέντες δηλώνουν ότι δεν θα ήθελαν για γείτονα άθεους (57%), εβραίους (42%), χριστιανούς (35%), ξένους που προέρχονται από ξένες χώρες (18%), Τούρκους μουσουλμάνους από διαφορετική αίρεση (13%).

Ως προς την "πίστη προς το τουρκικό κράτος" οι ερωτηθέντες δήλωσαν τα εξής: αλεβίδες 54%, Κούρδοι 38%, άθεοι 20%, Ελληνες 16%, Αρμένιοι 15%, εβραίοι 15%.

Η πλειοψηφία θεωρεί ότι θα προκαλούσε ενόχληση αν τα μέλη μη μουσουλμανικών μειονοτήτων εργάζονται σε χώρους όπως η ΜΙΤ (υπηρεσία πληροφοριών) 57%, δικαιοσύνη 55%, ασφάλεια 55%, ένοπλες δυνάμεις 55%, υψηλές θέσεις στα πολιτικά κόμματα 51%, δήμοι 46%, επιστημονικά ιδρύματα 44%, υγεία 44%.

Κληθέντες να βαθμολογήσουν από το 0 έως το 10 τους μουσουλμάνους, τους εβραίους και τους χριστιανούς ως προς το αν είναι έμπιστοι, εργατικοί και με σεβασμό προς τον άνθρωπο, οι ερωτηθέντες απάντησαν ως εξής:

-έμπιστοι: μουσουλμάνοι 7,5 -εβραίοι 3,6 -χριστιανοί 3,9
-εργατικοί: μουσουλμάνοι 6,7- εβραίοι 6,8 - χριστιανοί 6,4
-με σεβασμό προς τον άνθρωπο: μουσουλμάνοι 7,6 - εβραίοι 4,7 - χριστιανοί 5,1

Τέλος, από τις απαντήσεις που δόθηκαν σχετικά με τη συμβολή των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων σε διάφορους τομείς, προέκυψε η εξής εικόνα: εμπόριο-επιχειρήσεις 68%, τέχνες-αθλητισμός 64%, επιστήμη-παιδεία 59%, πολιτική 42%.

ΠΗΓΗ: ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΣΧΑΤΗ ΓΡΑΜΗ ΑΝΑΣΧΕΣΕΩΣ»

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010

Οι «Τούρκοι» της Καρύστου




























Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μεγαλύτερη και σημαντικότερη επέτειος του νεότερου ελληνισμού είναι η 25η Μαρτίου. Η συμβολική αυτή ημερομηνία παριστά στην πραγματικότητα την έναρξη της ένοπλης διαδικασίας που στόχευε στην πολιτική αποκατάσταση του γένους. Μόνο που χρόνια τώρα, η αναφορά μας στη συγκεκριμένη επέτειο περικλείεται μέσα στο ομοιόμορφο και το αυτονόητο, κάτι που αποτρέπει το στοχασμό για την ίδια την επέτειο, για τα σύμβολα και τους μύθους.

Ο νέος ιστορικός, που καλείται να διερευνήσει τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τον 19ο αιώνα, μέχρι και το τραγικό για μας ? 22, βρίσκεται μπροστά σε ένα πλήθος άγνωστων σημαντικών ζητημάτων - θεωρητικών αλλά και συγκεκριμένων γεγονότων. Θέματα καθοριστικής σημασίας για την τελική μορφή που έλαβε η ελληνική ταυτότητα, η Ελλάδα και ο ελληνικός κόσμος, αλλά και η γεωπολιτική ισορροπία που επικράτησε στην ευρύτερη περιοχή μας, αγνοούνται και εντέχνως απωθούνται. Η σύγχυση μεταξύ εθνικού κράτους και ελληνικού κόσμου είναι πλέον καθολική. Οι οδύνες που προκάλεσε στον ελληνισμό η εποχή του έθνους-κράτους και οδήγησε στον περιορισμό των Ελλήνων στο βαλκανικό νότο, είναι άγνωστες. Η μεγέθυνση του ελληνικού κράτους, επικάλυψε τη σμίκρυνση του ελληνικού κόσμου.

Τα στερεότυπα που διαμορφώθηκαν από τον 19ο αιώνα για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες εδραίωσης του μικρού βασιλείου, υποκατέστησαν τη νηφάλια ανάγνωση της ιστορίας. Τους αγωνιστές -που είχαν τη βιωματική σχέση με το παρελθόν, την άμεση εμπειρία των πολλαπλών ρήξεων αλλά και των αντίστοιχων μορφών- η ιστορική έρευνα εκείνης της εποχής επέλεξε να τους αγνοήσει, αναδεικνύοντας τους αρχαιοελληνικούς μύθους. Ο Καμπούρογλου έγραψε χαρακτηριστικά: «με την αρχαιότητα μας συνδέει ο θαυμασμός, με την παλαιότητα ο πόνος». Και επειδή κανείς πολίτης ή έθνος δεν θέλει να πονά, οι Έλληνες επέλεξαν τη λήθη που φέρνει η ιστορική αυθαιρεσία. Το δυτικό εθνικιστικό μοντέλο που επικράτησε στην απελευθερωμένη Ελλάδα προσέφερε τις απαντήσεις: Όλοι οι Χριστιανοί του νεαρού ελληνικού βασιλείου ήταν Έλληνες, κατευθείαν απόγονοι των αρχαίων και, κατ? επέκταση, όλοι οι μουσουλμάνοι ήταν Τούρκοι, κατευθείαν απόγονοι των κεντροασιατών εισβολέων. Το μοντέλο αυτό, βασισμένο στην ξένη προς τον ελληνισμό αντίληψη του αίματος, δεν μπορούσε να ερμηνεύσει την ιδιομορφία της περιοχής μας, όπου η πολιτισμική κατάσταση και ειδικά η θρησκευτική ομολογία, καθόρισε την ένταξη των πολιτών στα υπερκείμενα σύνολα.

Έτσι, εφεξής θα ταυτιζόταν απολύτως το «γένος των Ρωμιών» με το «έθνος των Ελλήνων». Οι εξισλαμισμοί μεγάλου μέρους των Ελλήνων κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, καθώς και η είσοδος στον ελληνισμό πλήθους αλλοφώνων ομάδων βάσει της κοινής ορθόδοξης θρησκείας, παρέμεναν «απαγορευμένα θέματα» για την επίσημη ιστοριογραφία. Ένα από τα πλέον άγνωστα θέματα που σχετίζονται με την Επανάσταση του 1821, αφορά τους Τούρκους που κατοικούσαν στις επαναστατημένες περιοχές, τη δική τους αντίληψη των γεγονότων και εν τέλει τη μοίρα τους. Προσπαθώντας να περιπλανηθούμε στα δύσβατα μονοπάτια της ιστορικής γνώσης εκείνων των κρίσιμων χρόνων, θα χρησιμοποιήσουμε την περίπτωση των Τούρκων της Καρύστου.

Οι «Τούρκοι» της Καρύστου

Λίγα χρόνια μετά το 1461 και την κατάληψη της Τραπεζούντας, της πρωτεύουσας της τελευταίας ελληνικής Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών του Πόντου, η ενετοκρατούμενη Εύβοια πέφτει στα χέρια του Πορθητή. Από το 1470 συστάθηκε το Σαντζάκ Εγριπόζ (Νομός Ευρίπου), το οποίο περιελάμβανε επίσης τη Βοιωτία και την Αττική και διοικούνταν από έναν Πασά. Οι Οθωμανοί αντικατέστησαν τους προηγούμενους Λατίνους φεουδάρχες και άσκησαν μεγάλη πίεση κατά του χριστιανικού πληθυσμού. Μόνο τα πιο άγονα χωριά έμειναν στα χέρια των χριστιανών. Την Κάρυστο με το περίφημο ενετικό κάστρο την ονόμαζαν Κιζίλ Χισάρ (Κόκκινη Πόλη), υιοθετώντας της ενετική ονομασία Καστέλο Ρόσο ή Κοκκινόκαστρο, όπως το αποκαλούσαν οι Έλληνες.



Η οθωμανική εποχή και στην Εύβοια, όπως και σε όλο τον οθωμανικό χώρο, χαρακτηρίστηκε από την προσηλυτική δράση των μουσουλμάνων ιεραποστόλων και τη μεγάλη οικονομική και πολιτική καταπίεση των χριστιανών. Ο προσηλυτισμός ευνοήθηκε από την εξουσία, εφόσον ο εξισλαμισμός των γηγενών πληθυσμών μεγάλωνε την κοινωνική βάση των νέων κυριάρχων. Το Κοράνι και η νομοθεσία, που βασίζεται πάνω σε αυτό, εισάγει έναν νέο διαχωρισμό των εθνών: οι πιστοί και οι άπιστοι. Όσοι εξισλαμίζονταν εντάσσονταν αυτόματα στο κυρίαρχο έθνος και γίνονταν «Τούρκοι», δηλαδή μουσουλμάνοι.

Οι πρώτοι εξισλαμισμοί γίνονται μέσω του γνωστού παιδομαζώματος, δηλαδή της υποχρεωτικής επιστράτευσης από τη μικρή ηλικία. Μεγάλο μέρος των γενιτσάρων (που θα πει «Νέοι πιστοί») είναι ελληνικής καταγωγής. Στο σώμα των γενιτσάρων υπάρχουν έντονες τάσεις κρυπτοχριστιανισμού. Ο καθηγητής Ι. Κ. Χασιώτης δημοσίευσε μία από τις εκκλήσεις των Ελλήνων προς τις χριστιανικές δυνάμεις της Δύσης που στάλθηκε το 1606: «Για βάλτε με το νου σας τι μεγάλη καλοσύνη θέλει γένει σε όλην την χριστιανιτά, πόση σκλαβιά θέλει ελευθερωθεί, χριστιανοί που είναι τη σήμερον εις τα χέρια τους (των Τούρκων), πόσες χιλιάδες Τούρκοι είναι όπου κάμνουν κρυφά χριστιανοί, και τότες θέλουν φανερωθεί τριάντα χιλιάδες γενίτσαροι, που είναι όλοι από χριστιανούς και κρυφά έρχονται στες εκκλησίες και προσκυνούν, και από στανιό τους στέκονται Τούρκοι».

Εξισλαμισμοί του ντόπιου χριστιανικού πληθυσμού στην Εύβοια και ειδικά στην Κάρυστο, εντοπίζονται στα τέλη του 17ου αιώνα. Είναι η εποχή των μαζικών εξισλαμισμών σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Οι πληθυσμοί αυτοί δημιουργούν το ουσιαστικό κοινωνικό σώμα, που πάνω του βασίστηκε η οθωμανική κυριαρχία. Οι εξισλαμισμένοι ή εξωμότες όπως καταγράφονται, υιοθετούν εξαιρετικά σκληρή συμπεριφορά κατά των χριστιανών. Ειδικά οι μουσουλμάνοι της Καρύστου φημίζονται για τη σκληρότητά τους. Παράλληλα όμως, μέσα στη μουσουλμανική κοινότητα εμφανίζονται και κρυπτοχριστιανοί, τους οποίους αποκαλούσαν σκωπτικά «Σαμπάνηδες» ή «Μουρτάτες».

Την εποχή της Επανάστασης του ?21, στην Εύβοια κατοικούσαν 50.000 κάτοικοι. Απ? αυτούς, το ένα πέμπτο ήταν μουσουλμάνοι. Οι περισσότεροι έμεναν στην Χαλκίδα, όπου κατοικούσαν 1.500 ντόπιες μουσουλμανικές οικογένειες, άλλες 600 μουσουλμανικές που προέρχονταν από περιοχές εκτός Εύβοιας και αφορούσαν κυρίως τη στρατιωτική και διοικητική διάρθρωση. Στη Χαλκίδα ζούσαν και 200 περίπου χριστιανικές οικογένειες. Φαίνεται ότι γλωσσικά οι μουσουλμάνοι ήταν ελληνόφωνοι και αλβανόφωνοι. Αντίστοιχη κατάσταση επικρατούσε και στη χριστιανική κοινότητα.

Στην Κάρυστο κατοικούσαν 400 μουσουλμανικές οικογένειες στο Κάστρο, ενώ οι χριστιανοί έμεναν στις έξω περιοχές. Ο Ομέρ μπέης, τελευταίος διοικητής της Καρύστου που θεωρούνταν δίκαιος και η πολιτική του ανακούφισε το χριστιανικό πληθυσμό, ήταν γνώστης και της αλβανικής γλώσσας. Οι «Τούρκοι» πολεμιστές της περιφέρειας της Καρύστου, χίλιοι περίπου, ήταν όλοι ντόπιοι και θεωρούνταν εκλεκτοί και ικανοί για τακτικό και άτακτο πόλεμο. Ελάχιστοι από αυτούς μιλούσαν τα τουρκικά. Ένας από τους αξιωματικούς του καρυστινού τουρκικού σώματος που συγκρούστηκε σκληρά με τους χριστιανούς επαναστάτες το 1821 ήταν ο Μαχμούτ Ξυνός. Την τρίτη χρονιά της επανάστασης, στην Εύβοια αποβιβάστηκε ο Χοσρέφ Πασάς με δέκα χιλιάδες γενίτσαρους, δηλαδή εξισλαμισμένους χριστιανούς, με στόχο την καταστολή της Επανάστασης. Απ? ό,τι φαίνεται, ελάχιστοι πραγματικοί εθνικά Τούρκοι πήραν μέρος στις συγκρούσεις κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων.

Το 1826 η Επανάσταση έσβησε στην Εύβοια μετά από μια αποτυχημένη εκστρατεία του Φαβιέρου. Ο Ομέρ της Καρύστου, ο οποίος είχε προβιβαστεί από το 1823 σε γενικό διοικητή της Εύβοιας με τον τίτλο Εγριμπόζ Βαλεσί, ήταν πλέον ο απόλυτος κυρίαρχος. Τελικά όμως, με βάση το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830) η Εύβοια συμπεριελήφθη στα εδάφη που θα απάρτιζαν το νέο ελληνικό κράτος. Όμως η παράδοση του νησιού στην Ελλάδα έγινε τρία χρόνια αργότερα, εξαιτίας της οικονομικής ανέχειας του νέου κράτους που αδυνατούσε να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες μουσουλμάνους. Στις 11 Απριλίου 1833 ο ελληνικός στρατός παρέλαβε τα κλειδιά του κάστρου της Καρύστου από τον Ισμαήλ, γιο του φρούραρχου. Αμέσως άρχισαν οι προετοιμασίες των μουσουλμάνων για αναχώρηση, αν και μερικοί απ? αυτούς είχαν εγκαταλείψει νωρίτερα τα σπίτια από το φόβο των αντεκδικήσεων. Οι περισσότεροι από τους μουσουλμάνους της Εύβοιας πούλησαν τα κτήματά τους σε χριστιανούς και αναχώρησαν για τη Θεσσαλία ή τη Μακεδονία που ακόμη βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία. Το μεγαλύτερο μέρος των Καρυστινών «Τούρκων» πρέπει να εγκαταστάθηκε στην Ιωνία, στη χερσόνησο της Ερυθραίας (Τσεσμές), «στ? Αλάτσατα, το κάτου Σιβριτσάρι» (Σιβρί Χισάρ). Οι Καρυστινοί παρέμειναν σχεδόν μέχρι το ? 22 ως διακριτή ομάδα μέσα στη μουσουλμανική κοινότητα της Ιωνίας, μιλώντας το χαρακτηριστικό τους καρυστινό ιδίωμα.

Ο θρήνος των «Τούρκων»


Ο θρήνος των «Τούρκων» της Καρύστου για τη μοίρα τους διασώθηκε και δημοσιεύθηκε το 1947 από τον Δ.Κ. Χατζηκωνσταντή. Ο θρήνος είναι εξαιρετικά σημαντικός γιατί είναι στα ελληνικά, στο ιδιαίτερο καρυστινό ιδίωμα. Αυτό σημαίνει ότι οι μουσουλμάνοι που κατοικούσαν στο Κάστρο της Καρύστου ήταν ελληνόφωνοι. Επιπλέον, αναδεικνύει την αντίληψη που είχε η άλλη πλευρά για τη δική μας πετυχημένη Επανάσταση. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την αντίληψη οι ίδιοι ήταν ντόπιοι, ήταν Καρυστινοί. Η παράδοση της Εύβοιας στην Ελλάδα αποτελούσε πράξη προδοσίας. Η ίδια η Ελλάδα δεν αναφέρεται καθόλου, αντιθέτως θεωρούν ότι η Εύβοια εγκαταλείφθηκε στους Φράγκους και στους Ρώσους, με τους οποίους συνδέεται άμεσα η ρωμιοσύνη. Στο θρήνο φαίνεται και το αρνητικό εθνικό στερεότυπο. Αυτός που φέρνει την είδηση της παράδοσης δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Τάταρο. Έτσι αποκαλούσαν, σχεδόν μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, όλους τους αυθεντικούς τουρκογενείς στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου. Ο θρήνος έχει ως εξής:

Κατακαημένη Κάρυστο με τα κρύα τα νερά σου,
φύγαν τα παληκάρια σου τσε καίγεται η καρδιά σου.
Κατακαημένη Κάρυστο, πούσουν μισό Μισίρι,
τσε τώρα εκατάντησες να γίνεις Ρωμιοσύνη.

Που σ' έτρεμε μια Έγριπο, μια ζηλεμέν' Αθήνα
τσε τώρα σ' εδώσανε στο Φράγκο, στη Ρουσία.
Νάταν ο κάμπος θάλασσα, τσε τα βουνά ποτάμια,
να πνίγανε τον Τάταρο που 'φερε το χαμπέρι,
να φύγουν οι Καρυστινοί τούτο το καλοτσαίρι.

Ομέρ Πασάς που τ' άκουσε, μηνάει ένα χαμπέρι,
του μπέη μας του μήνυσε τσε του στραβιντζιντάρη.
Όντας αποδιαβάσανε το μαύρο το φερμάνι,
μικροί, μεγάλοι κλαίανε, τσ' οι δυο μας ζαμπιτάδες,
τρέχουν τσε παν τα μάτια τους ωσάν τις αργαστάρες.

Δεν κλαίμε μεις τον τόπο μας, στο Φράγκο π' απομένει,
μον' κλαίμε το κρύο νερό που 'μαστε μαθημένοι.
Τσε τον Μπεκήρ αγά πελάει στη Σμύρνη για καράβια,
στο μπούρτσι μας τ' άραξε τα δώδεκα καράβια,
Καρυστινοί που τα 'δανε, τριτσάνα τους τινάζει
μπαρκάραν οι Καρυστινοί και πήγαν στο μπογάζι.

Πήγανε στο Βενέτικο, τσε μια μπουνάτσα πιάνει.
τσε πήγανε στ' Αλάτσατα, το κάτου Σιβρισάρι.
Αλλά, Αλλάχ, βρε βασιλιά, που θα σε πάη το κρίμα,
που χώρισες αντρόγενα, παιδιά απ' τα σκαφίδια.
Σεμπέτι όποιος γένηκε να δώσ' το Γριπονήσι,
όποιος ριτζάλι το' καμε, σαν σκύλος να βαβίσει.

ΠΗΓΗ: εφημερίδα “Καθημερινή” της Κυριακής, 25 Μαρτίου 2001

Ο ελληνισμός του Καυκάσου

Για την εφημερίδα “Κόκκινος Καπνάς” - Η εφημερίδα αυτή εκδιδόταν στο σοβιετικό Καύκασο κατά το Μεσοπόλεμο.

Από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις η μελέτη του Βλάση Αγτζίδη με τίτλο: «Η εφημερίδα ‘Κόκινος Καπνας’ και ο ελληνισμός του Καυκάσου (1932-1937)».

Είναι ένα από τα λίγα τεκμήρια ενός μοναδικού ιστορικού πειράματος που διασώθηκαν. Σχετίζεται με τη διαμόρφωση του σημαντικού σοβιετικού ελληνισμού, πλήρως αυτονομημένου από την Ελλάδα και σε σύγκρουση με το ιδεολόγημα της “μητέρας-πατρίδας”. Ενός ελληνισμού που συγκροτήθηκε τότε σ’ ένα ιδιαίτερο ελληνικό κέντρο, απέκτησε εσωτερική ζωή και ενδιαφέρουσες δομές, υπήρξε το καταφύγιο και το αποκούμπι των κυνηγημένων αριστερών από την “αστική Ελλάδα”, συνομίλησε ισότιμα με το σοβιετικό περιβάλλον, υλοποίησε τις πλέον προχωρημένες ιδέες του ελληνικού δημοτικισμού (που σήμερα μας παραξενεύουν αρκετά).

Ο Κόκκινος Καπνάς (Κόκινος Καπνας) ήταν ένα επίσημο σοβιετικό ελληνικό έντυπο του μεσοπολέμου. Εξέφρασε τη συνάντηση των σοβιετικών αντιλήψεων για την κοινωνία και τον πολιτισμό με τις ριζοσπαστικότερες ελληνικές θέσεις. Στις σελίδες του αποτυπώνεται ένας ελληνικός καθεστωτικός κομμουνιστικός λόγος. Οι νέοι κώδικες που εισήχθησαν στη σοβιετική κοινωνία είναι παρόντες στην εφημερίδα, δίνοντας μια μοναδική ευκαιρία αποκρυπτογράφησης των μηχανισμών ελέγχου και των μεθόδων που είχαν εφευρεθεί για να εξυπηρετήσουν την ανάγκη του βίαιου μετασχηματισμού.

(Προλετάριοι Όλου του Κόσμου Ενωθείτε)

Μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας προβάλλει ένας άγνωστος ελληνικός κόσμος, ο οποίος κλήθηκε να πειθαρχήσει στις νέες απόψεις που εκφράστηκαν από τη σοβιετική εξουσία. Ακολουθώντας τους σοβιετικούς δημοσιογραφικούς κανόνες χρησιμοποιούσε τη φωνητική γραφή παραμένοντας πιστός στις δημοτικιστικές απόψεις.

Τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες για τις ελληνικές κοινότητες που δίνει η εφημερίδα έρχονται να καλύψουν το μεγάλο κενό της γνώσης μας για τον τρόπο προσαρμογής τους στο κομμουνιστικό περιβάλλον και ειδικότερα στις νέες οικονομικές δομές που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της κολεκτιβοποίησης. Κατανοούμε με σαφήνεια ότι το ελληνικό στοιχείο της Σοβιετικής Ένωσης συμμετείχε σε όλα τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου και βίωσε με τον πιο δραματικό τρόπο τις εγγενείς αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος. Ανέπτυξε επί πλέον στο νέο περιβάλλον την επιτρεπτή για τη σοβιετική εξουσία προβληματική για τον πολιτισμό και διατύπωσε πολιτικά αιτήματα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός ιδιόμορφου ελληνικού σοβιετικού λόγου.

Η τελική καταστροφή του από το σταλινισμό, η εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους της διανόησης και η αποσάρθρωση της κοινωνικής του δομής με τη μαζική μετατόπιση του ελληνικού στοιχείου του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία, εξαφάνισαν τα περισσότερα ίχνη του σοβιετικού ελληνικού πολιτισμού του μεσοπολέμου.

Στη συνέχεια παρατίθενται οι Πρόλογοι του Σεραφείμ Φυντανίδη και του Γιάγκου Ανδρεάδη:

Πρόλογος Σεραφείμ Φυντανίδη

Ερευνώντας τα ίχνη ενός χαμένου Ελληνισμού, άγνωστου στους άλλους Έλληνες, ο Βλάσης Αγτζίδης έφτασε κάποτε στη μακρινή - όχι τόσο γεωγραφικά, όσο γνωστικά - περιοχή του Καυκάσου. Και ανακάλυψε κάτι πολύ σπάνιο: Μια εφημερίδα που έβγαινε στα ελληνικά από Έλληνες, ώσπου την “πήραν μπάλα” οι σταλινικές εκκαθαρίσεις του τέλους της δεκαετίας του ’30. Αυτοί που είχαν την ευθύνη της εκτελέστηκαν ή εξορίστηκαν στα βάθη της Σιβηρίας και το τυπογραφείο τους ρίχθηκε στα βάθη της Μαύρης Θάλασσας.

Το έγκλημά της; Ήταν μια εθνοτική εφημερίδα. Και μολονότι οι εκδότες της ήταν γνήσιοι κομμουνιστές, θεωρηθηκαν προδότες του σοσιαλισμού και της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Βλάσης Αγτζίδης ανακάλυψε πριν από αρκετά χρόνια στο Σοχούμι το κρυμμένο αρχείο αυτής της σπάνιας εφημερίδας: Κόκινος Καπνας ο τίτλος της, δηλαδή καπνεργάτης, ο οποίος παρουσιάζει μια ορθογραφικη πρωτοτυπία. Έχει καταργήσει όλα τα φωνήεντα και τα διπλά σύμφωνα, έχει κρατήσει μόνο το “ι”, το “ο” και το “ς”, χρησιμοποιεί το “υ” στη θέση του “ου”. Πρόκειται για μια ακραία εκδοχή του άκρατου δημοτικισμού, που πρέσβευαν τότε οι κομμουνιστές του 20γράμματου αλφάβητου.

Φυσικά, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αρθρογραφία του Κόκινυ Καπνα (Κόκκινου Καπνά) και πολλά ιστορικά συμπεράσματα μπορεί να εξαγάγει ο ερευνητής, εφόσον πρόκειται για ένα μεγάλης σημασίας πείραμα που πραγματοποιήθηκε μόνον εκεί. Γιατί, στις ελληνικές κοινότητες της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης έγινε κάτι που δε ζήσαμε στην “αστική” Ελλάδα: την απόλυτη κυριαρχία των Ελλήνων κομμουνιστών……..

Ενδιαφέρον έχει επίσης και τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάσωση της εφημερίδας, τον Αύγουστο του 1991, τις ημέρες του αποτυχημένου πραξικοπήματος των αμετανόητων γραφειοκρατών. Όπως μας πληροφόρησε ο συγγραφέας, η φωτογράφιση με μικροφίλμς των φύλλων της εφημερίδας άρχισε την ημέρα που εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μόσχα. Ο άμεσος απόηχος των εξελίξεων στον Καύκασο ήταν η αναθάρρηση των ασφαλιτών και των στρατιωτικών, πράγμα που απείλησε το εγχείρημα με ματαίωση. Όμως η αποτυχία του πραξικοπήματος σε σύντομο χρόνο λόγω της στάσης του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, επέτρεψε τη ολοκλήρωση της μικροφωτογράφισης.

Η ειρωνία -με την οποία η Ιστορία βλέπει πολλές φορές τα ανθρώπινα δρώμενα- ήταν ότι λίγα χρόνια μετά, το πρωτότυπο σώμα, το μοναδικό που υπήρχε σ’ όλο το σοβιετικό Καύκασο, καταστράφηκε. Ο φοβερός πόλεμος μεταξύ Γεωργιανών και Αμπχαζίων την περίοδο 1992-1993 δεν είχε μόνο ανθρώπινα θύματα. Δεν χάθηκαν μόνο χιλιάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και διακόσιοι ομογενείς μας, αλλά καταστράφηκε και η ιστορική μνήμη της περιοχής. Η αυθαιρεσία των παρακρατικών ομάδων που κυριαρχούσαν στο Σοχούμι -την αρχαία ελληνική Διοσκουριάδα- κατά την περίοδο της πολιορκίας του από τις δυνάμεις των Αμπχαζίων, οδήγησε στη συνειδητή πυρπόληση του Ιστορικού Αρχείου της πόλης. Έτσι, στη μετασοβιετική εποχή ολοκληρώθηκε το έγκλημα που είχε ξεκινήσει κατά την περίοδο του σταλινισμού. Μαζί με την ανθούσα ελληνική κοινότητα, καταστράφηκε και η εφημερίδα Κόκκινος Καπνάς, αδιάψευστο τεκμήριο της μεγάλης ελληνικής αναγέννησης του μεσοπολέμου και των πρωτοποριακών πειραματισμών.

Σερ. Φυντανίδης

τ. Διευθυντής της Ελευθεροτυπίας

και της Κυριακάτικης Ε.

Πρόλογος Γιάγκου Ανδρεάδη

Και γι’ αυτούς της θυσίας ο καπνός: Το έπος και το δράμα των ελλήνων μπολσεβίκων του Πόντου.

Το βιβλίο που ακολουθεί είναι από τα κείμενα που κανείς τα διαβάζει με σπαραγμό. Όχι τυχαία ο συγγραφέας του, ο μαθηματικός και ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης, έχει γράψει σε άλλο κείμενό του ότι η ιστορία του ελληνισμού της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπως και η ιστορία του ελληνισμού της Κύπρου απωθείται είτε διεκπεραιώνεται με καθησυχαστικά στερεότυπα από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφίας. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με τραυματικές, αιμάσσουσες μνήμες και ακόμη με γεγονότα που ακόμη και η απλή τους εξιστόρηση απαιτεί την ανατροπή των σταθερών μας και την βαθιά ανασκευή των εργαλείων της σκέψης μας, αν όχι και των συντεχνιακών ισορροπιών που προώθούνται υπό το προσωπείο της επιστημονικής αντικειμενικότητας.

Ποιά είναι η ιστορία του “Κόκκινου Καπνά” που φέρνει στο φως ο συγγραφέας; Πρόκειται για την ιστορία ενός εντύπου που εκδίδεται από έλληνες κομμουνιστές των ποντιακών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης σχεδόν αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων και μέχρι τα κύματα των σταλινικών εκκαθαρίσεων του 1936 και του 1938 που έδωσαν τα πρώτα μαζικά πλήγματα στον ελληνισμό που ζούσε για χιλιετίες στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου. Ο Αγτζίδης εντόπισε το αρχείο της εφημερίδας, προχώρησε πρώτα στην φωτοτύπησή του και στη συνέχεια, το διέσωσε και το μετέφερε με την μορφή μικροφίλμ στην Ελλάδα.

Πράξη διπλά ευεργετική, αφού, εκτός από το υλικό που προσφέρεται πια στην ελληνική έρευνα, τα μικροφίλμ αυτά αποτελούν δυστυχώς και την μόνη μορφή στην οποία σώζονται τα ντοκουμέντα αυτά που προσφέρουν μια ακόμη σημαντική πτυχή του έπους και του δράματος των Ελλήνων του Πόντου. Και τούτο διότι, μετά το 1989, στη διάρκεια των ταραχών που σημάδεψαν τους επιθανάτιους σπασμούς του σοβιετικού καθεστώτος, το σώμα των εφημερίδων του “Κόκκινου Καπνά” έγινε παρανάλωμα του πυρός. Το βιβλίο λοιπόν και τα μικροφίμ, στοιχειοθετούν την πράξη μιας δραματικής επιστροφής, ενός επώδυνου νόστου, παράλληλου με την μοίρα των ελλήνων των περιοχών αυτών, οι οποίοι στα τέλη του 20ου αιώνα γνώρισαν ένα ύστατο ξεριζωμό που τους έφερε ναυαγούς στις συχνά άξενες όχθες της μητέρας πατρίδας.

Ο νόστος αυτός, επιθυμητός για άλλους Ποντίους συντοπίτες τους μοιάζει ωστόσο πως δεν ήταν καθόλου μέσα στους συνειδητούς στόχους της εκδοτικής ομάδας του “Κόκκινου Καπνά”. Οι άνθρωποι αυτοί που σχεδόν όλοι τους τέλειωσαν τον βίο τους στο εκτελεστικό απόσπασμα είτε στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης με την κατηγορία του τροτσκιστή είτε κάποια άλλη ανάλογη συκοφαντία, αποδεικνύονται, μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας, απόλυτα πιστοί μπολσεβίκοι, φανατικοί υποστηρικτές πρώτα του Λένιν και μετά του Στάλιν, που διέταξε την εξόντωσή τους. Αυτό για το οποίο αγωνίζονται λοιπόν είναι να παραμείνουν στις προαιώνιες εστίες τους σαν υποδειγματικοί σοβιετικοί πολίτες, πρωτοπόροι στον αγώνα για την οικοδόμηση της σοβιετικής κοινωνίας.

Κανένα ίσως στοιχείο δεν αποτυπώνει την κυριολεκτικά απόλυτη και ενδεχομένως τυφλή πίστη των ανθρώπων αυτών στο σοβιετικό καθεστώς και στον σταλινισμό, όσο οι απόψεις που η εφημερίδα εκφράζει για τα διεθνή ζητήματα και οι επαφές που διατηρεί με άλλα έντυπα. Το τουρκικό καθεστώς του Κεμάλ θεωρείται, σε πλήρη αρμονία με την επίσημη σοβιετική εξωτερική πολιτική, απόλυτα φιλικό. Το ελληνικό καθεστώς είναι, από την πλευρά του, αστικοτσιφλικάδικο και μοναρχοφασιστικό και οι όποιες σχέσεις με τα επίσημα όργανα, τους θεσμούς, τα σύμβολα και την ρητορική της “μητέρας πατρίδας” αντιμετωπίζονται με εχθρότητα και ειρωνεία. Ανάλογες είναι και η σχέσεις του “Καπνά” με τα έντυπα του εξωτερικού.

Συνομιλητές του είναι μόνον οι κομμουνιστικές εκδόσεις “Ριζοσπάστης” της Ελλάδας και “Εμπρός” της Αμερικής, ενώ όλος ο άλλος Τύπος δεν είναι παρά εκφραστής της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και τυρανίας. Ας μην λησμονούμε ότι η ίδια η έκδοση της εφημερίδας και γενικά η απόλυτη κυριαρχία του κομμουνιστικού Τύπου στην χώρα είναι η συνέπεια και η συνέχεια της κατάργησης από τον Λένιν κάθε μη μπολσεβίκικου εντύπου ως οργάνου των εκμεταλλευτών. Τέλος, αντίστοιχες, και απόλυτα σύμφωνες με την επίσημη κομματική γραμμή, είναι και οι αντικληρικές και αντιθρησκευτικές θέσεις που εκφράζει η εφημερίδα.

Είναι σήμερα εύκολο, όσο και αντιιστορικό, να κρίνουμε και να καταδικάσουμε τέτοιες θέσεις.

Και για μας της θυσίας ΙΙ

Με μια πρόχειρη, εξωτερική και οπωσδήποτε άδικη ματιά, οι θέσεις των υπευθύνων του «Κόκκινου Καπνά» εμφανίζονται απλώς ως κάθετη άρνηση της αναφοράς στο εθνικό κέντρο -και άρα σε ένα βαθμό της ρίζας και της ταυτότητάς τους- σαν ρήξη με την θρησκεία τους και διαστρέβλωση της γλώσσας τους. Μια τέτοια αποτίμηση ωστόσο είναι αντιιστορική. Η θέση των υπευθύνων του Καπνά, πέρα από την δεδομένη τους ένθερμη αποδοχή της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας, εκφράζει και μια θεμελιώδη απόφασή τους: να ζήσουν στα πανάρχαια εδάφη του ποντιακού ελληνισμού, σαν ενεργά και μάλιστα πρωτοπόρα μέλη της σοβιετικής κοινωνίας. Όλες σχεδόν οι άλλες θέσεις στις οποίες μόλις αναφερθήκαμε, η πλήρης εναρμόνιση με την σοβιετική εξωτερική πολιτική και άρα οι ένθερμη κατάφαση του κεμαλισμού, η αθεΐα, οι επιθέσεις κατά των κουλάκων με και χωρίς εισαγωγικά, μοιάζουν να μην είναι τίποτε άλλο παρά υποχρεωτικές συνέπειες αυτής τους της βασικής τοποθέτησης.

Τα πράγματα είναι όμως μάλλον πιο σύνθετα και η άποψη αυτή μπορεί να στηριχτεί και στο ότι πολλά από τα κείμενα που μας έρχονται από ανθρώπους που ζούσαν και έγραφαν επί σοβιετικού καθεστώτος πρέπει να διαβάζονται σαν να ήταν γραμμένα με κώδικα, καθώς οι άνθρωποι εκφραζόταν υπό την απειλή της σιδηράς πυγμής του καθεστώτος, ακόμα και αν ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του. Η γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η εφημερίδα και τα άρθρα της για την γλώσσα και τον πολιτισμό προσφέρουν πιστεύω μια κωδική μήτρα για να προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό.

Τα κείμενα της εφημερίδας είναι γραμμένα με μια απλοποιημένη γραφή που αποδίδει ακουστικά την γλώσσα και ακολουθεί το μονοτονικό σύστημα που καταλήγει συχνά ατονικό. Γλώσσα είναι η δημοτική με κάποιες παραχωρήσεις τόσο στην ποντιακή διάλεκτο, όσο και στην τρέχουσα σοβιετική ορολογία διατυπωμένη σα ρωσικά. Το πρώτο που έχει κανείς να κατανοήσει είναι η αντικειμενική δυσκολία που έχει για να επικοινωνήσει στην κοινή δημοτική, οπωσδήποτε επηρεασμένη από τις θέσεις του μαχόμενου δημοτικισμού, ένας πληθυσμός που έχει για μητρικό γλωσσικό εργαλείο την διάλεκτο και κάποιες φορές τα τουρκικά. Το δεύτερο ότι από την στιγμή που η διαμάχη των Ελλήνων μπολσεβίκων του Πόντου ανάμεσα στους οπαδούς της δημοτικής και αυτούς της διαλέκτου λύνεται υπέρ των πρώτων, έχει διασφαλιστεί ένα μεγάλο κανάλι επικοινωνίας ανάμεσα στο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας και το γίγνεσθαι το εθνικού κέντρου, φιλτραρισμένο έστω σε μεγάλο βαθμό μέσα από την κομμουνιστική οπτική του Ριζοσπάστη. Αξίζει να προσεχτεί ότι οι υπεύθυνοι του Κόκκινου Καπνά αγωνίζονται μαχητικά και με επιτυχία για την διάδοση της εφημερίδας και δεν διστάζουν να συγκρουστούν με κομματικά όργανα όταν αυτά την υποκαθιστούν σε κάποια ελληνικά χωριά με ρωσικά ή άλλα έντυπα.

Η καθιέρωση της ελληνικής έχει φυσικά μια καίρια επίδραση και στο περιεχόμενο της παιδείας, όπως αυτό μας αποκαλύπτεται από τα εκπαιδευτικά προγράμματα που δημοσιεύονται. Τα κείμενα αναφοράς που συναντάμε περιλαμβάνουν για παράδειγμα και κείμενα του Παπαδιαμάντη, που θα περίμενε κανείς να έχει αποκλειστεί για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τη γλώσσα του, ενώ οι κεντρικές θεατρικές σκηνές ανεβάζουν ακόμη και Αντιγόνη και Οιδίποδα τύραννο. Αυτό που με δυο λόγια συμβαίνει είναι ότι η καθιέρωση της δημοτικής τόσο στον Καπνά όσο και στην εκπαίδευση επιτρέπει την πρόσβαση σε ένα σώμα παιδείας και πολιτισμού που σε ένα μόνο βαθμό μπορεί να διεκδικήσει ταξικό χαρακτήρα και που, έστω και αν δεν το διαδηλώνει, αποτελεί οπωσδήποτε ένα ισχυρό δεσμό των κομματιών του ποντιακού ελληνισμού μεταξύ τους αλλά και με το εθνικό κέντρο.

Με την έννοια αυτή μπορούμε να ξαναδούμε και την συκοφαντική καταγγελία περί εθνικισμού που οδήγησε στην εξόντωση των ελλήνων αυτών κομμουνιστών από τον σταλινισμό. Είναι σαφές ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν την παραμικρή διασπαστική κίνηση εις βάρος της Σοβιετικής Ένωσης στην οποία ήταν απόλυτα πιστοί. Από την άλλη όμως πλευρά, σεβόμενοι απόλυτα τα πλαίσια της σοβιετικής νομιμότητας, προσπάθησαν, με τους τρόπους και με τα μέσα που επέλεξαν και που τους ήταν επιτρεπτά, να περιφρουρήσουν και να αναπτύξουν την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα στο βαθμό που, σε αρμονία με τα γενικά μαρξιστικα- λενινιστικά πιστεύω, να προσβλέπουν στην δημιουργία μιας αυτόνομης ελληνικής περιοχής. Κάτι τέτοιο ήταν πολύ πιθανώς αρκετό για να θεωρηθούν από τον Στάλιν εχθροί του σοσιαλισμού και να αντιμετωπίσουν τον θάνατο στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στα γκούλαγκ. Μπορεί κανείς, ξεφεύγοντας από την αυστηρότητα της επιστημονικής διαπραγμάτευσης, να αναλογιστεί πώς θα ένοιωσαν οι ατσάλινοι εκείνοι αγωνιστές μπροστά στα δικαστήρια των συντρόφων τους που τους ζητούσαν να παραδεχτούν ότι ήταν προδότες των αγώνων για τους οποίους είχαν προσφέρει τα πάντα. Άραγε να αρνήθηκαν με αγανάκτηση τα πάντα, να έμειναν σιωπηλοί με το κεφάλι σκυφτό ή μήπως, όπως συνέβη με τους μπολσεβίκους αρχηγούς στις δίκες της Μόσχας του 36 και του 38 να αναγκάστηκαν να παραδεχτούν συνωμοσίες και προδοσίες που ούτε καν είχαν ποτέ διανοηθεί;

Το δράμα και εποποιία των Ελλήνων του Πόντου δεν περιορίζεται βέβαια στην ομάδα του Κόκκινου Καπνά και στους συνεπείς κομμουνιστές που αποτελούν το κοινό και το σημείο θετικής αναφοράς του. Μέσα από τις στήλες της εφημερίδας, μέσα από τις πολεμικές , τις καταγγελίες και τις αναφορές σε καταδίκες διαφόρων που έχουν- υποτίθεται πάντοτε δίκαια- κριθεί ένοχοι απέναντι στην σοβιετική νομιμότητα, διαφαίνεται σε ένα βαθμό και το δράμα των άλλων. Εκείνων για παράδειγμα που έχουν φτάσει στον ρωσικό Πόντο μετά τους τουρκικούς διωγμούς του 1918 και που όχι μόνο δεν συμμερίζονται το υμνολόγιο για τον Κεμάλ, αλλά διατηρούν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, πρωταρχικά της θρησκευτικής, και προσβλέπουν στον διάλογο με το εθνικό κέντρο και πολλές φορές στο νόστο.

Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι όχι μόνο για την ελληνική ιστοριογραφία, αλλά και για το κράτος και για την κοινή γνώμη της Ελλάδας ο Ποντιακός ελληνισμός υπήρξε μια ακόμη αγνοούμενη ήπειρος, όπως συμβαίνει επίσης, με διαφορετικό έστω τρόπο με τον ελληνισμό των Ηνωμένων πολιτειών, στον οποίο , ενώ το αγνοούμε, προστρέχουμε σε κάθε αναποδιά και επίσης με τον ελληνισμό της Κύπρου, αλλά και με άλλες περιπτώσεις. Ο λόγος είναι πιστεύω μια κρατιστική αντίληψη των εθνικών όπως και των κοινωνικών θεμάτων, η οποία , εννοείται, αποδυναμώνει σε καθοριστικό βαθμό το κράτος προκαλώντας μια βαθιά ζημία που βέβαια δεν μπορεί να επουλωθεί από τα τετριμμένα στερεότυπα περί απόδημων. Στα θεμέλια της αντίληψης αυτής βρίσκεται, παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις, η αδυναμία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής ιθύνουσας τάξης να ενσωματώσει στην σχεδίαση της πολιτικής της οτιδήποτε ξεφεύγει από τα στενά όρια της κρατικής εξουσίας και κατ’ εξοχήν την πολιτιστική παράμετρο, η οποία μπορεί και πρέπει να λειτουργεί, ακόμη ή κυρίως όταν όσοι συνεχίζουν να μετέχουν του ελληνικού πολιτισμού είναι με την θ’ελησή τους ενσωματωμένοι σε άλλες κρατικές οντότητες.

Στην περίπτωση της υποβάθμισης και της αγνόησης του δράματος των Ελλήνων του Πόντου νομίζω ότι λειτούργησε και μια άλλη διάσταση. Το δέος που δημιουργούσε επί πολλά χρόνια στους φίλους και στους εχθρούς της, αλλά και στον μέσο δημοκρατικό άνθρωπο η Σοβιετική Ένωση. Το δέος αυτό δεν είχε να κάνει μόνον με τους έλληνες κομμουνιστές, οι οποίοι, μέχρι τουλάχιστον την ρήξη ΕΣΣΔ- Κίνας και την ανάδυση του ευρωκομμουνισμού θεωρούνταν η αναμφισβήτητη πατρίδα της κομμουνιστικής επανάστασης ή όπως ειπώθηκε σε πιο θεωρητική γλώσσα το μοναδικό “κέντρο αναφοράς”. Για την μεγάλη κεντρώα και κεντροαριστερή παράταξη, που έβλεπε με δυσπιστία τις προθέσεις των Δυτικών συμμάχων απέναντι στην χώρα η ΕΣΣΔ δεν ήταν μόνο η ηρωική πρωταγωνίστρια στον νικηφόρο αγώνα κατά του Άξονα στον οποίο και η δική μας χώρα είχε τόσα προσφέρει. Ήταν επίσης ένα αντίπαλο δέος απέναντι στην αμερικανοκρατία και μια δύναμη που ενίοτε υπεράσπιζε τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα που απεμπολούσαν οι σύμμαχοι, ενώ και για την ελληνική δεξιά η “σοβιετία” ήταν η χώρα του κακού που όμως δεν στερούνταν δύναμης και ενδεχομένως γοητείας. Η ιδέα αυτή για την δύναμη και την λαμπερή ή την σκοτεινή γοητεία της πατρίδας του σοσιαλισμού δεν ήταν φυσικά μόνον ελληνικό φαινόμενο και επηρέαζε τους φίλους αλλά και τους εχθρούς του κομμουνισμού σε πλανητικο επίπεδο, ξεκινώντας από πολλούς αντιεξουσιαστές και καταλήγοντας στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες……………….

Γιάγκος Ανδρεάδης

Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας,Μέσων και Πολιτισμού,

Πάντειο Πανεπιστήμιο

πώς διαβάζουμε κείμενα σε 20γράμματο αλφάβητο:

Το 20γράμματο αλφάβητο καθιερώθηκε για τους σοβιετικούς Έλληνες (περίπου 400.000 άτομα) σε συνδιάσκεψη Ελλήνων εκπαιδευτικών στην ΕΣΣΔ το 1926.

Η αντικατάσταση του 24γράμματου με το 20γράμματο ήταν ένα από τα μέτρα της γλωσσικής μεταρρύθμισης.

Καταργήθηκαν:

-τα γράμματα της αλφαβήτου που δεν προφέρονται: ‘η’, ‘ω’

-οι δίφθογγοι,

-το ‘σ’ στη μικρογράμματη γραφή και στη θέση του εισήχθη το “ς”,

-τα διπλά γράμματα ‘ξ’ και ‘ψ’.

Το ‘υ’ καθιερώθηκε στη θέση του ‘ου’

Επίσης εισήχθη το μονοτονικό σύστημα. Στη λήγουσα δεν έμπαινε τόνος…









ΠΗΓΗ: www.agtzidis.gr/

Ελληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία

Μια άγνωστη πλευρά της σύγχρονης Τουρκίας

Ενα από τα πλέον ενδιαφέροντα φαινόμενα στη σύγχρονη Τουρκία αποτελεί αυτό της ύπαρξης μουσουλμανικών ελληνόφωνων ομάδων. Η παραδοσιακή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, η αυταρχική εσωτερική δομή της Τουρκίας, η εξέγερση των Κούρδων, μαζί με την επιβίωση των στερεοτύπων για τη διαμόρφωση των νεότερων εθνών στην περιοχή μας, εμπόδισε τη μελέτη του φαινομένου αυτού. Η μετάβαση ελληνοφώνων ομάδων από το χριστιανικό θρησκευτικό σύστημα στο ισλαμικό κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης αποτελεί μέχρι σήμερα ένα θέμα άγνωστο για τη νεοελληνική επιστήμη. Το φαινόμενο αυτό έχει εμφανιστεί σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Από την Κύπρο και την Πελοπόννησο έως την Ηπειρο και τον Πόντο.
Σήμερα όμως, η δημόσια εμφάνιση όσων από τις ομάδες αυτές επιβιώνουν διευρύνει το ερευνητικό ενδιαφέρον. Η βιβλιογραφική και αρθρογραφική παρουσία των ελληνόφωνων ομάδων της Τουρκίας είναι πλέον γεγονός. Η αρχή έγινε πριν από μερικά χρόνια με την Tanju Izbek, η οποία έλαβε το βραβείο Ιπεκτσί για μια νουβέλα της στο κρητικό ιδίωμα, όπως αυτό μιλιέται σήμερα στην περιοχή της Gunda (τα παλιά Μοσχονήσια). Πιθανότατα, σύμφωνα με το τουρκικό περιοδικό Actuel, να υπήρχαν πολιτικές ομάδες στη Βόρεια Τουρκία που δραστηριοποιούνταν, πριν από το πραξικόπημα του '80, γύρω από τον πολιτισμό του Πόντου. Το 1996 εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον εκδοτικό οίκο Belge, το κλασσικό πλέον βιβλίο του Omer Asan με τίτλο "Pontos Kulturu", δηλαδή: Ο πολιτισμός του Πόντου. Σήμερα υπάρχουν τέσσερις ελληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή. Κάθε μια απ' αυτές έχει εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον. Η έκφραση είναι γεγονός ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον αναδεικνύει μια άγνωστη πλευρά της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας, που ολοένα γίνεται σημαντικότερη.
Η δημόσια εμφάνιση των ομάδων αυτών δεν αφορά μόνο στην τουρκική κοινωνία, η οποία συνειδητοποιεί αργά τον πολυεθνοτικό της χαρακτήρα, καθώς και στους εθνογενετικούς της μύθους. Αφορά παράλληλα και στην ελληνική, γιατί της αποκαλύπτει τον τρόπο συγκρότησης των σύγχρονων εθνικών κρατών στην περιοχή μας και το αδιέξοδο των ενδιάμεσων ομάδων -γέννημα της ιστορίας- οι οποίες υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στο κράτος που είχε ως ιδεολογικό υπόβαθρο το δικό τους θρησκευτικό δόγμα. Η κρητική και η κυπριακή, από τις τέσσερις αυτές ομάδες -οι οποίες στη διαχρονική τους παρουσία ταυτίστηκαν ως μουσουλμανικές με την οθωμανική αυτοκρατορία- συγκρούστηκαν με το επαναστατικό κίνημα των χριστιανών Ελλήνων. Εμμέσως υπέστη τις συνέπειες της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης και η μακεδονική, η οποία υποχρεώθηκε με βάση τη συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών να εγκαταλείψει τα γενέθλια εδάφη της περιοχής του Αλιάκμονα και της Κοζάνης και να αναχωρήσει για την Τουρκία το 1824.

Η διαμόρφωση του φαινομένου
Η κατανόηση του φαινομένου της επιβίωσης ελληνόφωνων μουσουλμανικών πληθυσμών απαιτεί την υπέρβαση της σημερινής εικόνας που έχουμε για τις σχέσεις ισλαμισμού και χριστιανισμού, καθώς και για τις σύγχρονες αρχές συγκρότησης των μονοεθνικών κρατών. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι το σημερινό τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε εμάς και τους γείτονές μας, σε θρησκευτικό επίπεδο, είναι μια πραγματικότητα της τελευταίας ιστορικής περιόδου. Για εκατονταετίες υπήρχε ένα ανακάτεμα εθνών και θρησκειών. Αν σήμερα ο διαχωρισμός είναι απόλυτος μεταξύ άσπρου και μαύρου, εντούτοις, για μεγάλο διάστημα, υπήρχε ανάμεσά τους ένας εκτεταμένος γκρίζος χώρος. Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο που σήμερα εξετάζουμε θα πρέπει να δούμε τη διαπλοκή του Ισλάμ με τον Ελληνισμό σε χρονικό και γεωγραφικό επίπεδο. Από τον 14ο αιώνα συναντιούνται Ελληνες στους χώρους της νέας θρησκείας. Ο περιηγητής Ιμπντί Μπατούτα γράφει ότι συνάντησε στον ποταμό Κούμα, κοντά στην πόλη Ματζάρ, το αναχωρητήριο του μουσουλμανικού τάγματος Αχμεδέ στο οποίο όπως γράφει «διεβίουν σε κοινή ζωή Δερβίσες, Αραβες, Πέρσες, Τούρκοι και Ελληνες».
Ο εξισλαμισμός μέρους των Ελλήνων ανοίγει την δίοδο για να εισχωρήσουν στον ισλαμικό χώρο οι ελληνικές φιλοσοφικές δοξασίες. Οι σοφιστικές απόψεις για παράδειγμα εκφράζονται με τους "σούφι", το θρησκευτικό τάγμα των δερβίσηδων. Ο δημιουργός του, Τζελαδεδίν Ρουμί, χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα - όπως μιλιόταν κατά τους μέσους χρόνους στην Καππαδοκία. Τα μελωδικά κείμενα των δερβίσηδων αποτελούν προσαρμογή των βυζαντινών μελωδιών στις νέες ανάγκες. Ο Μ.Ρικό, γραμματέας του Βρετανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει το 1670 ότι στον ισλαμικό κόσμο υπάρχει «μεγάλη ποικιλία γνωμών και απόψεων, ασυγκρίτως μεγαλύτερα από τον χριστιανικό κόσμο». Ο Ρικό θεωρεί ότι η είσοδος νέων εθνών στο μουσουλμανικό χώρο δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα. Γράφει: «Δεδομένου ότι την καλλίτερη μερίδα των νέων εθνών αποτελούν οι Ελληνες και ότι δεν ικανοποιήθηκαν με τις ονειροπολήσεις του Κορανίου, αυτοί που άλλοτε υπήρξαν διδάσκαλοι των επιστημών από τις οποίες τους απέμεινε κάποια συγκεχυμένη γνώση, αφού προσέθεσαν στη νέα τους θρησκεία παλιές παραδόσεις και κάποιες γνώμες αρχαίων φιλοσόφων, δημιούργησαν μέρος της ποικιλίας των γνωμών για τις οποίες μιλούμε».
Η ύπαρξη ελληνόφωνων ομάδων στην σύγχρονη Τουρκία, εκτός από μια εντυπωσιακή επιβίωση που ενθουσιάζει τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους και τους λαογράφους, μπορεί να αποτελέσει και μια αποτελεσματική και μόνιμη γέφυρα φιλίας μεταξύ των δύο πλευρών του Αιγαίου. Η πιθανή εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας κάνει, ίσως, εφικτή την προσέγγιση των δύο λαών. Η ανάδειξη των κοινών στοιχείων βοηθά, κατ' αρχάς στο να γίνει κατανοητή η διαδικασία διαμόρφωσης των σύγχρονων κρατών στην περιοχή μας και να γίνει επίσης ο απολογισμός για τις διάφορες παραμέτρους που καθόρισαν τα πολιτικά αποτελέσματα στην εποχή του έθνους - κράτους.

Του Βλάση Αγτζίδη διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας του ΑΠΘ

Πηγή: Καθημερινή

Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ


ΟΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

(Μαρτυρίες προσφύγων από το βιβλίο Η ΕΞΟΔΟΣ)


Η ζωή στην Καππαδοκία δεν ήταν εύκολη, ήταν όμως η ζωή που ήξεραν , η ζωή που έμαθαν από γενιές πριν να ζούνε.
Εκεί στα βάθη της Μικράς Ασίας δημιούργησαν τις οικογένειές τους με στήριγμά τους μόνο την πίστη τους στην ορθοδοξία και την εθνική τους υπόσταση.
Έφτιαχναν τις κατοικίες τους μέσα στη γη για να αμυνθούν , η τιμή ,η περιουσία, και η ζωή τους βρισκόταν στη διάθεση κάθε λογής επιδρομέων. Ο τρωγλοδυτισμός των κατοίκων της Καππαδοκίας δεν έχει περάσει ακόμα στην ιστορία. Στις αρχές του 19ουαιώνα αρχίζουν να κτίζουν τα σπίτια τους στην επιφάνεια, μικρά , απλά και φτωχικά από πέτρα. Οι ασχολίες τους ήταν η γεωργία , το εμπόριο και η τέχνες.
Ο πυρήνας της κοινωνίας της Καππαδοκίας, η οικογένεια, ήταν συγκροτημένος πατριαρχικά. Αρχηγός ήταν ο πατέρας. Τα παιδιά που παντρεύονταν έμεναν γύρω από τη πατριαρχική οικογένεια κτίζοντας παράλληλα και τα νέα τους σπίτια. Για όλα τα σημαντικά ζητήματα αποφάσιζε ο πατέρας. Η γυναίκα αναλάμβανε το ρόλο της μητέρας αλλά δεν είχε καμία δυνατότητα να εκφέρει γνώμη για οποιαδήποτε θέμα.
Έτσι ακριβώς λειτουργούσε η δομή της κοινωνίας στη Καππαδοκία μέχρι περίπου το 1924, όπου φτάνει η ώρα της ανταλλαγής των πληθυσμών.
Το νέο ήρθε και δημιούργησε αντίθετα συναισθήματα στους κατοίκους της Καππαδοκίας. Χαρά και λύπη μαζί , « που θα αφήσουμε τα σπίτια μας;», « οι εκκλησιές μας τι θα γίνουν;» και από την άλλη η χαρά της επιστροφής στη μητέρα πατρίδα την Ελλάδα. Φόβος και ελπίδα , « εκεί που θα πάμε τι θα βρούμε;», « δικοί μας είναι θα μας σταθούν?
Έφτιαξαν τα δισάκια τους πήραν τα ιερά σκεύη και τα εικονίσματα από τις εκκλησιές τους τα φόρτωσαν στα κάρα και κίνησαν με ενδιάμεσους σταθμούς το Ερεγλί, και το Ουλούκισλα για τη Μερσίνα τόπος απ΄ όπου θα έμπαιναν στα πλοία με προορισμό την Ελλάδα.
Πόνος και ταλαιπωρία . Αντρες γυναίκες και παιδιά στο μακρύ δρόμο της προσφυγιάς . Στο Ουλούκισλα μπήκαν στα τρένα και έφτασαν στην Μερσίνα , έμειναν 20 μέρες σε σκηνές . Ήταν κατακαλόκαιρο , η ζέστη δυνατή , η ακαθαρσία ανυπόφορη και οι συνέπειες του συνωστισμού και της απλυσιάς γίνονταν ενοχλητικές. Ήρθε η ώρα που τους φόρτωσαν στα βαπόρια σαν ζώα , ο ένας πάνω στον άλλο. Ψείρα , αρρώστια και πείνα.. Όσοι πέθαιναν τους τύλιγαν σ΄ ένα σακί και τους πετούσαν στη θάλασσα.. Παιδιά έχασαν τις μάνες τους ή έμειναν ορφανά. Αυτά ίσως να ήταν το τίμημα της επιστροφής?br> Όταν έφτασαν στον Πειραιά έμειναν μέσα στο πλοίο δέκα μέρες περίπου κι εδώ αρκετοί πέθαναν από τις κακουχίες και την ακαθαρσία του βαποριού. Τους κούρεψαν για τις ψείρες και τους έβαλαν σ΄ άλλα πλοία , εδώ τελείωσαν τα βάσανα του ξεσηκωμού , άρχισε η διασπορά και το θέρισμα από την ελονοσία. Οι ντόπιοι δεν τους ήθελαν ήταν κατώτεροι.. τους κοιτούσαν με μισό μάτι όπως χαρακτηριστικά λένε οι ίδιοι, μα ήταν μόνο πρόσφυγες.. σ΄ ένα άγνωστο τόπο και με ένα μέλλον αβέβαιο.
Ξεκληρίστηκαν ολόκληρες οικογένειες από τις επιδημίες.... Όσο κι αν ψάξανε να βρούνε μέρος για να καθίσουν όλοι μαζί όπως ήταν στα χωριά τους στην Καππαδοκία δεν βρέθηκε. Έτσι χωρίστηκαν και σκορπίστηκαν στους τέσσερις ανέμους τις Ελλάδας, χαθήκανε τα σόγια.
Επιλέξανε τον τόπο που τους ταίριαζε καλύτερα και ξεκίνησαν απ΄ την αρχή?ήραν δάνεια κι ολόκληρες οικογένειες μαζί αγόρασαν ένα βόδι ή ένα κάρο για να πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά και να σταθούν στα πόδια τους. Δούλεψαν σκληρά πολύ σκληρά. Οι ξακουστοί κετσετζήδες (παπλωματάδες) έπιασαν κι εδώ δουλειά. Ξεκινούσαν από τον τόπο τους και περπατούσαν αμέτρητα χιλιόμετρα κάθε μέρα στην Αθήνα διαλαλώντας την τέχνη τους . Γυρνούσαν στα σπίτια τους μετά από πολλούς μήνες, να σπείρουν τα χωράφια τους , να κόψουν ξύλα να πουλήσουν , να ασχοληθούν με την οικογένεια. Στο διάστημα που λείπουν οι άντρες από τα σπίτια τους , η γυναίκα παίρνει τη θέση τους. Αυτή θα κόψει ξύλα , θα βγάλει τα ζώα στη βοσκή, θα διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά. Ακόμη και τα
παιδιά ανάλογα με την ηλικία τους έκαναν χίλιες δυο δουλειές, ήταν στήριγμα και χρήσιμα για την οικογένεια.
Με τον καιρό δημιουργήθηκαν έφτιαξαν περιουσίες , αποκτήσαν τα δικά τους σπίτια και χωράφια, μα δεν ξέχασαν ούτε στιγμή την καταγωγή τους και τα χωριά τους εκεί στα βάθη της Ανατολίας, στην Καππαδοκία. Προπάντων δεν ξέχασαν ούτε για μια στιγμή την πίστη τους στο θεό. Ούτε όταν μάζευαν τα λίγα υπάρχοντά τους , ούτε όταν τους φόρτωσαν στα βαπόρια , ούτε κι όταν οι ντόπιοι τους γυρνούσαν την πλάτη. Από το θεό και την Ορθοδοξία αντλήσανε δύναμη.
Σήμερα εμείς 4η γενιά αυτών των ανθρώπων , ανατριχιάζουμε και δακρύζουμε όταν θυμόμαστε τις ατέλειωτες ιστορίες για την πατρίδα που έλεγαν οι παππούδες μας. Ιστορίες που είχαν μόνο αρχή, κι αν η ζωή τους τέλειωσε οι ιστορίες αυτές δεν τέλειωσαν ποτέ και δεν θα τελειώσουν ούτε στο μέλλον γιατί εμείς θυμόμαστε και δεν ξεχνούμε ότι είμαστε Καππαδόκες.

Η Καππαδοκία στους αιώνες

Η Καππαδοκία κατά την αρχαιότητα ήταν μία εκ των 15 επαρχιών της Μικρασιατικής χερσονήσου. Τα σύνορά της εξ αιτίας των πολλών κατακτητών που αυτή γνώρισε , στη διάρκεια της μακράς ιστορίας της, συχνά μεταβάλλονταν . Χετταίοι, Ασσύριοι, Μήδοι, Πέρσες, Μακεδόνες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Σελτζούκοι και τέλος Οθωμανοί, είναι λαοί που άφησαν τα χνάρια τους σ΄ αυτή τη γη.
Από την περιγραφή του Ηροδότου συμπεραίνουμε ότι οι Καππαδόκες κατείχαν τα ανατολικά εδάφη κατά μήκος του ποταμού Αλυ « ο οποίος ρέων εκ του νότου μεταξύ Συρίων (Καππαδοκών) και Παφλαγόνων εκβάλλει προς βορράν εις τον καλούμενων Εύξεινο Πόντο» (Ηροδ. Α΄,6). Ο Αλυς ήταν ταυτόχρονα και όριο του Μηδικού και του Λυδικού βασιλείου , έτσι αναγνωρίζεται δικαίως, από τον Ηρόδοτο η σπουδαιότητα του Αλυος ως εθνικού ορίου στη Μικρά Ασία, ο οποίος χώριζε , σύμφωνα πάντα με τον Ηρόδοτο, τους Συρίους Καππαδόκας από τους Φρύγες και τους Παφλαγόνες. Την Καππαδοκία την καλεί « αυχένα» της Μικράς Ασίας ( έστι δε αυχήν ούτος της χώρης ταύτης απάσης- Α΄,72) . Σε ένα άλλο χωρίο του Ηροδότου, οι Καππαδόκες περιλαμβάνονταν, μαζί με τους Παφλαγόνες και τους Μαριανδυνούς, στο τρίτο νομό- σατραπεία του Δαρείου (Γ΄,90).
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της περσικής κυριαρχίας και της επακόλουθης ελληνορωμαϊκής , η Καππαδοκία περιελάμβανε όλες τις περιοχές ανάμεσα στον Εύξεινο Πόντο , την Αρμενία, τον Ευφράτη, τον Ταύρο , τη Λυκαονία και τον Αλυ ποταμό.


ΠΗΓΗ: namarizathema.blogspot.com/

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

1.500.000 ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΦΩΝΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ!


1.500.000 ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΦΩΝΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ!

ΑΦΗΣΤΕ ΤΙΣ “ΥΠΟΚΛΙΣΕΙΣ” ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΘΕΣΕΤΕ ΤΩΡΑ ΘΕΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΠΟΝΤΟ

ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΤΩΝ “ΔΙΑΒΗΜΑΤΩΝ” ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟΣΜΕΝΟΥΝ ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΕΛΛΑΔΑ!


Σήμερα στον Πόντο, υπάρχουν οι Ελληνόφωνες περιοχές Τόννας, Ματσούκας, Όφρυος. Πλήρη στοιχεία δεν υπάρχουν, αλλά με μέτριους υπολογισμούς οι Ελληνόφωνοι και οι Τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι Κρυπτοχριστιανοί, που έχουν ελληνική συνείδηση, στον Πόντο, υπερβαίνουν το 1.000.000. Έχουν τα Ελληνικά ήθη και έθιμα, την ελληνική λαϊκή παράδοση, τον ελληνικό πολιτισμό και κουλτούρα, καθημερινά στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούν την ποντιακή ντοπιολαλιά, έχουν την ίδια μουσική, τον χορό και τα ίδια τραγούδια με τους αδελφούς τους που κατοικούν στην Ελλάδα και στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Στον Πόντο, όπου η Τόννα είναι η αρχαία Θοανία, το Ισκεντερλί, το Αλεξανδρινό, η Σαμψούντα , η Αμισός, στα χωριά όπου κατοικούν οι Ελληνόφωνοι Μουσουλμάνοι, αμιγώς χωρίς προσμίξεις μ’ άλλους πληθυσμούς, στις περιοχές Ματσούκας και Όφρυς κατά την πολιτισμική γενοκτονία, αλλάχτηκαν όλα τα Ελληνικά ονόματα των χωριών και περιοχών, κατέστρεψαν τις εκκλησίες αν και ήσαν ερειπωμένες και εξαφάνισαν κάθε τι που θυμίζει Ελληνικό στοιχείο.

Ακόμη και σήμερα κατοικούν Τσαρκαλήδες στην Μπάφρα, στην Σαμψούντα, στην Τοκάτη, στο Ερζερούμ και στην Θεοδοσούπολη. Οι Τσαρκαλήδες είναι οι Πόντιοι που τον 17ο αιώνα αναγκάσθηκαν από τους Τούρκους να μιλούν την Τουρκική γλώσσα. Το 1829 ίδρυσαν στην περιοχή της Τσάλκας κοντά στην Τυφλίδα (Γεωργία) 43 Ελληνικά χωριά τους. Είναι οι Τουρκόφωνοι Χριστιανοί, που το 1974 ζητούσαν την άδεια από την Σοβιετική Ένωση να έλθουν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν τους Τούρκους που είχαν εισβάλει στην Κύπρο.

Σήμερα στον Πόντο οι Ελληνόφωνοι τονίζουν δημόσια «Εμείς είμαστε Ρούμτσοι, Έλληνες σαν εσάς», διευκρινίζουν ότι δεν είναι Τούρκοι, αν και Μουσουλμάνοι, αλλά Έλληνες γηγενείς. Αρκετοί μάλιστα λένε «δεν είμαστε Χριστιανοί μα ούτε και Μουσουλμάνοι. Ευρισκόμαστε πάνω σε μια γέφυρα με κομμένες τις άκρες της. Αν και Έλληνες δεν έχουμε καμιά επαφή με τους Χριστιανούς γιατί τα αδέλφια μας έφυγαν, ενώ με τους Τούρκους δεν θέλουμε να έχουμε καμιά σχέση». («Έλληνοι είμαστε, ούτε χριστιανοί ούτε μουσουλμάνοι»).

Το 1923 όταν κατέφυγε στην Ελλάδα ο Αντικεμαλικός Ντεμάλ Νουζιέ (σύμβουλος του Σουλτάνου), μέσα από 47 σελίδες καταγγέλλει την γενοκτονία που εφάρμοσαν οι Νεότουρκοι στον Ελληνισμό της Μ. Ασίας. Ο Μουσταφά Κεμάλ με τους Τσέτες του από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο προέβη σε σφαγές και εκτοπίσεις. Μόνο στην περιοχή της Μπάφρας 6.000 Χριστιανοί κάηκαν μέσα στις εκκλησίες σε μία νύχτα. 1.280 επίσημοι-πρόκριτοι στον Πόντο θανατώθηκαν.

Η έκθεση του Ντεμάλ Νουζιέ (47 σελίδες) ευρίσκεται αραχνιασμένη και σκονισμένη σ’ένα συρτάρι μιας Δημόσιας Ελληνικής υπηρεσίας. Η Ελλάδα θέλει να εφαρμόσει μια επιθετική εξωτερική πολιτική, η Τουρκία φωνάζει για τα ανθρώπινα δικαιώματα των Μουσουλμάνων της Ελληνικής Θράκης και για τα δικαιώματα αυτοδιαθέσεως των τουρκοκυπρίων, εμείς όμως ακόμα ξεχνούμε και την ύπαρξη των σκλαβωμένων και ξεχασμένων αδελφών μας στην Τουρκία.

ΠΗΓΗ: www.adiakritos.gr

Περιστατικά κρυπτοχριστιανών:Κάνεως, Οι δίπιστοι του Σταυρί.



Εφημ. «Ποντιακή Φωνή» 24-5-1964

Κωνστ. Αμοιρίδη

Από τη σελίδα της Ι.Μ.Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου



Ήταν Μάιος μήνας στα 1867. Το ότι οι κάτοικοι της Κρώμνης φανερώθηκαν ως Ορθόδοξοι Έλληνες και στην ψυχή και στην καρδιά, αυτό έδωσε μεγάλο θάρρος στους Σταυριώτες, κι έλεγαν αναμεταξύ τους. «Αφού ο εκατοχρονίτης Μολλά-Μπεχρέμ’ ς πέταξε το σαρίκι κι έβγαλε τον κίτρινο τσουμπέ, γιατί κι εμείς να μην πετάξουμε από πάνω μας τη ντροπή του αρνησίθρησκου;»

Γι’ αυτό οι χωρικοί συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του πρωτόπαπα του χωριού, και αφήνοντας κατά μέρος και τα ψέματα, έκαναν την εξής συμφωνία. «Δεν έχει σημασία το ότι οι παπούδες μας αρνήθηκαν το Χριστό μπροστά στους ανθρώπους. Εμείς, κι αν ακόμα μας σφάξουν, είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε όπως έκαναν οι Κρωμέτες. Θα φανερώσουμε την πίστη μας και θα χάσουμε όλα μας τα υπάρχοντα, αρκεί να βγούμε από αυτή την κόλαση». Και αμέσως υπόγραψαν τη συμφωνία και πήραν απόφαση να πάνε στο Κάνι και να ομολογήσουν την πίστη των πατέρων τους μπροστά στο Μουτασερίφη και όλο το Συμβούλιο.

Και τότε έβλεπες στο Σταυρί ένα θέαμα που να σπαράζη την ανθρώπινη καρδιά. Όλοι αγκάλιαζαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έκλαιγαν και τα αποχαιρετούσαν, όχι γιατί φοβούνταν για την απόφαση που έπαιρναν, αλλά για τα βάσανα που θα τους επέβαλε η βάρβαρη κυβέρνηση του τόπου, η οποία ούτε νόμο είχε ούτε πίστη, και η οποία ήταν εξοργισμένη γιατί οι Σταυριώτες πήραν θάρρος από τους Κρωμέτες και από τους Γιαγλί-ντερέδες.

Αφού πολύ το σκέφτηκαν και το συζήτησαν, πήγαν και λειτουργήθηκαν στην εκκλησία και μετάλαβαν, έκαναν το σταυρό τους και πήραν του Κανί το δρόμο κι ήρθαν μπροστά στο Μουτεσαρίφ, τον Χάμαλην Γιουσούφ πασά, και άφοβα του είπαν την απόφασή τους. Ο Μουτεσαρίφης, έξυπνος άνθρωπος, όταν βρέθηκε μπροστά σε ογδόντα ανθρώπους έτοιμους να πεθάνουν, επροσκάλεσε το Ινταρέ-Μεζλισίν και το Μουφτή της πολιτείας και μπροστά τους προσπάθησε με καλό τρόπο να τους κάνη ν’ αλλάξουν γνώμη. Όταν όμως είδε πως είναι αμετάπειστοι, τους φυλάκισε.

Δυο μέρες έμειναν στη φυλακή πεινασμένοι, διψασμένοι, άυπνοι, και κατόπι τους έβγαλε και τους έστειλε σε καταναγκαστικά έργα. Και έβλεπες τους νέους μάρτυρες του χριστιανισμού να κουβαλούν με τη ράχη τους από μέσα από την πολιτεία μεγάλες πέτρες, κάτω από το μαστίγιο των ζεπτιέδων, και να χτίζουν ντουβάρια στη Ρωμαίισσα, στο τούρκικο νεκροταφείο, άλλους να καθαρίζουν αποχωρητήρια σε δημόσια γραφεία, άλλους να κουβαλούν στα λουτρά τα σκεύη των χανουμισσών, άλλους να καθαρίζουν τα χάνια της πολιτείας από τις ακαθαρσίες των υποζυγίων, άλλους να κάνουν κατώτερες δουλειές, ενώ τους έφτυναν, τους ύβριζαν, τους έσπρω­χναν και τους ράβδιζαν.

Τί έκαναν οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες του Κανί; Η αλήθεια είναι πως δεν κάθισαν με σταυρωμένα χέρια. Ο δεσπότης ο Γερβάσιος Καρνέτης προσκάλεσε σε συνεδρίαση τη Δημογεροντία, που αποτελούνταν από το Χατζή Αναστάση Τσαμουρλή, τον αδελφό του Χατζή Κωνσταντίνο, το Χατζή Κωνσταντίνο Τσαμκιόζη, τον Αναστάση Βαφειάδη, το Γιάννη Τουλούμη, το Χατζή Δημήτρη Μουμτζή, τον Αγαθάγγελο Δημητριάδη. Η Δημογεροντία αποφάσισε και έκρινε καλό να στείλουν πεζοδρόμους στην Τραπεζούντα -γιατί τότε τηλεγραφεία δεν υπήρχαν, και στο ταχυδρομείο τα ελληνικά γράμματα πάντα ανοίγονταν από τους ταχυδρομικούς υπαλλήλους- να δώσουν είδηση στην Αδελφότητα των Αργυροπολιτών και τον εκεί σχολάρχην Γεώργιον Παπαδόπουλον τον Κυριακίδην για τα όσα έγιναν στο Κάνι, και εκείνοι να ειδοποιήσουν τις Πρεσβείες και το Πατριαρχείο και να προλάβουν το κακό.

Βρήκαν και έστειλαν τέτοια παλληκάρια, και γρήγορους σαΐδες, το Γιάννη του Λουκά και τον Παντελή Ζαμανόπουλο, που σε 15 ώρες έφτασαν από το Γουλάτι στην Τραπεζούντα. Απ’ εκεί ο Κυριακίδης έγραψε αμέσως στο Πατριαρχείο και στις Πρεσβείες και έστειλε αναφορά στην Υψηλή Πύλη και πέτυχαν να σταλούν γρήγορα κυβερνητικές διαταγές, να σταματήσουν οι βασανισμοί των Σταυριωτών και να τους αφήσουν να παν στα σπίτια τους.

Και ύστερα από κάμποσες μέρες, στις 29 Ιουνίου, ελεύθεροι, και χωρίς σαρίκι και τσουμπέ, με χαρούμενο το πρόσωπο και γαληνεμένη την καρδιά, γύρισαν τρεχάτοι στα χωριά τους, πήγαν στις εκκλησίες, άναψαν μεγάλες λαμπάδες, χτύπησαν τις καμπάνες, δόξασαν την Αγία Τριάδα, που οι γονείς τους μπροστά τους την αρνούνταν, και άρχισαν τις χαρές και τις διασκεδάσεις.

Μονάχα οι Κασίμ-ζαντέδες, επειδή είχαν την πόστα της Τραπεζούντας ως το Ερζερούμ, δεν πήραν μέρος ως τον καιρό της Ανταλλαγής, οπότε κρυφά-κρυφά ένα δυο ήρθαν κι εκείνοι στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης και φανερώθηκαν και δόξασαν το Θεό.

«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 3. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»